Έλεγχος θυρεοειδούς

Ο θυρεοειδής αδένας βρίσκεται στο λαιμό και μπορεί να επηρεάσει πολλές λειτουργίες του σώματος. Μέσω της ορμόνης που παράγει, μπορεί να ρυθμίζει τη θερμοκρασία του σώματος, το μεταβολισμό, τους παλμούς της καρδιάς κ.α.

Όταν η ορμόνη αυτή, παράγεται σε μικρότερες ποσότητες και ο αδένας υπολειτουργεί, έχουμε υποθυρεοειδισμό.

Αντίθετα, όταν ο αδένας υπερλειτουργεί και παράγονται μεγάλες ποσότητες της ορμόνης, έχουμε υπερθυρεοειδισμός.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη σωστή λειτουργία του θυρεοειδή, όπως κληρονομικοί παράγοντες, στρες, τοξίνες από το περιβάλλον κ.α.


Ποια η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα;

Ο θυρεοειδής αδένας, η προεξοχή του οποίου είναι το γνωστό «καρύδι» στο λαιμό, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενδοκρινείς αδένες του οργανισμού – ενδοκρινείς λέγονται οι αδένες που παράγουν και εκκρίνουν ορμόνες, τις οποίες και στέλνουν στην κυκλοφορία για να δράσουν στα διάφορα όργανα μακριά από τον τόπο της παραγωγής τους.

Ο θυρεοειδής αδένας παράγει τρεις ορμόνες, τη θυροξίνη (Τ4), την τριωδοθυρονίνη (Τ3), και την καλσιτονίνη (CT), εκ των οποίων οι δυο πρώτες είναι και οι βασικότερες.

Οι ορμόνες του θυρεοειδούς είναι απαραίτητες για το μεταβολισμό, την ωρίμανση και ανάπτυξη όλων των κυττάρων και των ιστών, καθώς με αυτές επιταχύνονται όλες οι λειτουργίες, της καρδιάς, της αναπνοής, αυξάνονται οι καύσεις και η κινητικότητα του εντέρου κ.λπ..

Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητες για να ωριμάσει ο εγκέφαλος και ο σκελετός του ανθρώπου, γι’ αυτό και παιδιά που γεννιούνται χωρίς θυρεοειδή μένουν πνευματικά και σωματικά καθυστερημένα.

Ποιες είναι οι συχνότερες παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα;

Οι θυρεοειδοπάθειες μπορεί να χωριστούν σε δύο κατηγορίες:

α) Στις ανατομικές, που αφορούν στο μέγεθος, στη σύσταση, στις τοπικές διογκώσεις του αδένα.

Σε αυτές ανήκουν η διόγκωση του αδένα, δηλαδή η βρογχοκήλη, η τοπική διόγκωση, δηλαδή ο όζος του θυρεοειδή και τα νεοπλάσματα-καλοήθη και κακοήθη-του θυρεοειδούς.

β) Στις λειτουργικές, που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας του αδένα.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ο υπερθυρεοειδισμός που συμβαίνει όταν ο αδένας υπερ-λειτουργεί και ο υποθυρεοειδισμός, που συμβαίνει όταν αυτός υπολειτουργεί.

Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η αυτοανοσία, η κατάσταση δηλαδή κατά την οποία ο οργανισμός με ουσίες που φτιάχνει ο ίδιος και ονομάζονται αντιθυρεοειδικά αυτοαντισώματα -ΑΘΑ- στρέφεται εναντίον του εαυτού του και καταστρέφει δικά του κύτταρα, δηλαδή κύτταρα θυρεοειδικά.

Ποιος έλεγχος είναι απαραίτητος για να διαπιστωθεί η λειτουργία του;

Καταρχήν, η λήψη λεπτομερούς και ακριβούς ιστορικού του εξεταζόμενου από τον Ειδικό Ενδοκρινολόγο κρίνεται απαραίτητη.

Εκείνος, μετά και από την ψηλάφηση των αδένων, θα ζητήσει τη διενέργεια ειδικών εξετάσεων, δηλαδή αναλύσεις αίματος, μετρήσεις των ορμονών Τ3, Τ4, TSH, ενδεχομένως και απεικονιστικές, όπως υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα κ.λπ.

Σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητο -όπως όταν υπάρχουν όζοι, μπορεί να γίνει και παρακέντηση με λεπτή βελόνα του θυρεοειδούς -FNA-, που θα δοθεί για βιοψία.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, φυσιολογικές ενδείξεις στις αναλύσεις αίματος δεν αποκλείουν την ύπαρξη θυρεοειδοπάθειας, όπως όζους ή απλή βρογχοκήλη, όπως επίσης και ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει υπέρ ή υποθυρεοειδισμό.

Τι πρέπει να γνωρίζω για τον υποθυρεοειδισμό;

Συχνότητα:

Ο υποθυρεοειδισμός είναι κατά 5 φορές συχνότερος στις γυναίκες από ότι στους άνδρες και ακόμη πιο συχνός σε ηλικιωμένα άτομα, δηλαδή 4-8% συχνότητα στο γενικό πληθυσμό, που ανεβαίνει στο 9-16% μετά την ηλικία των 60.

Αίτια:

Όταν ο υποθυρεοειδισμός εμφανίζεται εξαιτίας νοσηρότητας στον ίδιο τον θυρεοειδή αδένα, τότε ονομάζεται πρωτογενής ή θυρεογενής, ενώ όταν η νοσηρότητα εντοπίζεται στην υπόφυση ή τον υποθάλαμο, οι οποίοι δεν τροφοδοτούν τον αδένα με TSH για να λειτουργήσει, τότε χαρακτηρίζεται ως δευτερογενής ή και τριτογενής.

Σε παγκόσμιο επίπεδο ωστόσο, ως κύρια αιτία εμφάνισης υποθυρεοειδισμού αναφέρεται η έλλειψη ιωδίου από τις τροφές, ενώ στις χώρες που αυτός ο παράγοντας έχει εκλείψει, η κύρια αιτία είναι τα αυτοαντισώματα που δημιουργεί ο ίδιος ο οργανισμός εναντίον του θυρεοειδούς του – θυρεοειδίτιδα Hashimoto από το όνομα του Γιαπωνέζου γιατρού που την περιέγραψε.

Ηλικία:

Ο υποθυρεοειδισμός εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες άνω των 40 ετών.

Ομάδες κινδύνου:

Πολλές περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού αναφέρονται συχνά μετά από τοκετό, σε άτομα με υψηλή χοληστερίνη, σε άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη και σε άτομα που έχουν θεραπευτεί για υπερθυρεοειδισμό στο παρελθόν.

Επίσης, συγγενείς ατόμων με αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, άτομα που νοσούν ήδη από άλλη αυτοάνοση πάθηση -π.χ. λεύκη, ρευματοειδής αρθρίτιδα, σακχαρώδη διαβήτη, κ.α., άτομα που έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία, καθώς και άτομα που λαμβάνουν φαρμακευτική θεραπεία, όπως λίθιο, αμιοδαρόνη κ.α..

Συμπτωματολογία:

Ως πλέον κλασικά συμπτώματα έχουν αναφερθεί κόπωση, αύξηση του βάρους, ξηρότητα του δέρματος, ευαισθησία στο κρύο, ωχρότητα, τριχόπτωση, βραχνή φωνή, βρογχοκήλη, μειωμένα αντανακλαστικά, δυσκοιλιότητα, δυσχέρεια στη μνήμη και τη σκέψη, δυσκολία συγκέντρωσης, κατάθλιψη, υπνηλία, διαταραχές εμμήνου ρύσεως, μειωμένη γονιμότητα, μυαλγίες, υπερχοληστεριναιμία, βραδυκαρδία, μυξοίδημα.

Θεραπεία:

Ο υποθυρεοειδισμός θεραπεύεται με τη λήψη λεβοθυροξίνης, σχεδόν εφ’ όρου ζωής.

Φυσικά απαιτείται συνεχής παρακολούθηση από τον Ειδικό Ενδοκρινολόγο, ώστε να ελέγχεται η δοσολογία αλλά και πιθανές παρενέργειες.

Τι πρέπει να γνωρίζω για τον υπερθυρεοειδισμό;

Συχνότητα:

Ο υπερθυρεοειδισμός είναι επίσης κατά πέντε φορές συχνότερος στις γυναίκες απ’ ότι στους άντρες, ακόμα πιο συχνός στην ηλικία μεταξύ 20 και 40 ετών.

Αίτια:

Η συνηθέστερη αιτία εμφάνισης υπερθυρεοειδισμού είναι η ύπαρξη αυτοαντισωμάτων, τα οποία αντί να καταστρέψουν το θυρεοειδή, τον διεγείρουν, «υποχρεώνοντάς» τον να υπερλειτουργεί.

Τα αντισώματα αυτά λέγονται θυρεοδιεγερτικά και ονομάζονται TRAB (Thyrotrophin-Receptor-Antibodies).

Η πάθηση που δημιουργείται με αυτό τον τρόπο είναι γνωστή σαν νόσος Graves-Basedow από τα ονόματα των Ιατρών που την περιέγραψαν το 1840.

Ένας άλλος τύπος θυρεοδιεγερτικού υπερθυρεοειδισμού, είναι ο υπερθυρεοειδισμός της εγκυμοσύνης, ο οποίος είναι ήπιος και παροδικός και οφείλεται στη διέγερση του θυρεοειδούς από τη χοριακή γοναδοτροπίνη (HCG), μια ορμόνη που εκκρίνεται από τον πλακούντα στις εγκύους.

Υπερθυρεοειδισμός ενδέχεται να εμφανιστεί σε περίπτωση «αυτονόμησης» του θυρεοειδούς, δηλαδή υπερλειτουργίας του ίδιου του αδένα, ο οποίος υπερεκκρίνει θυροξίνη και Τ3.

Κλασικό παράδειγμα αυτού του τύπου υπερλειτουργίας είναι η τοξική οζώδης βρογχοκήλη και το τοξικό αδένωμα του θυρεοειδούς.

Τέλος, παροδικός υπερθυρεοειδισμός έχει παρατηρηθεί σε περιπτώσεις μαζικής καταστροφής του θυρεοειδούς, οπότε απελευθερώνονται οι ορμόνες στο αίμα, -όπως π.χ. στην υποξεία θυρεοειδίτιδα de Quervain-, ενώ υπερβολική λήψη θυροξίνης ή άλλων παρόμοιων ουσιών ενδέχεται να «πυροδοτήσει» την εμφάνισή του.

Συμπτωματολογία:

Ως πλέον κλασικά συμπτώματα έχουν αναφερθεί νευρικότητα, ευερεθιστότητα, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, εφίδρωση, δυσανεξία της θερμότητας, τρόμος, αυξημένη όρεξη αλλά απώλεια βάρους, συχνές κενώσεις, κόπωση, μυϊκή αδυναμία, δύσπνοια, αϋπνία, διαταραχές περιόδου, αμηνόρροια, ανικανότητα στους άνδρες, υπογονιμότητα, αδυναμία συγκέντρωσης, νοητικές διαταραχές.

Η βρογχοκήλη είναι ένα συχνό εύρημα, ειδικά στη νόσο Graves-Basedow, η οποία συνυπάρχει συνήθως με τη χαρακτηριστική θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια που μπορεί να είναι ήπια ή και πολύ σοβαρή – λάμπον βλέμμα, εξόφθαλμος, στραβισμός, διπλωπία, δακρύρροια, οίδημα βλεφάρων κ.α..

Ένα άλλο χαρακτηριστικό εύρημα στη νόσο Graves-Basedow είναι το οίδημα των κάτω άκρων, το προκνημιαίο μυξοοίδημα και η πληκτροδακτυλία.

Θεραπεία:

Ο υπερθυρεοειδισμός θεραπεύεται με δύο τρόπους, είτε συντηρητικά με τη λήψη αντιθυρεοειδικών, ή ριζικά με εγχείρηση ή καταστροφή του θυρεοειδούς με ραδιενεργό ιώδιο.

Τι πρέπει να γνωρίζω για τους όζους;

Συχνότητα:

Η εμφάνιση όζου στο θυρεοειδή είναι συχνό φαινόμενο, καθώς ο καθένας έχει πιθανότητα 5-10% να εμφανίσει κάποτε στη ζωή του όζο.

Ωστόσο, οι περισσότεροι όζοι είναι μικροί, ακίνδυνοι και δε χρειάζονται θεραπεία, παρά παρακολούθηση από Ειδικό Ενδοκρινολόγο, αφού υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να εξελιχθούν και σε καρκίνο.

Θεραπεία:

Στην καλύτερη περίπτωση, οι όζοι δε χρειάζονται θεραπεία, αλλά σταθερή παρακολούθηση και τακτικούς ελέγχους.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, η θεραπευτική αντιμετώπιση περιλαμβάνει:

α) Θεραπεία καταστολής με θυροξίνη για συρρίκνωση του όζου.

β) Θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο σε περίπτωση αυτόνομου θερμού όζου.

γ) εγχείρηση – θυρεοειδεκτομή σχεδόν ολική.


Επικοινωνήστε μαζί μας


Οι πληροφορίες σας

Ενημερώστε μας πως μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί σας


Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε;

Μη διστάσετε να μας κάνετε μια ερώτηση ή απλά να μας αφήσετε ένα σχόλιο.